Μαρία Λάφη: «Eίναι δύσκολο να φτάσει μια ταινία σε διεθνές φεστιβάλ, πόσο μάλλον να βραβευτεί»

Η σκηνοθέτης και σεναριογράφος της βραβευμένης ταινίας «HolyBoom», μιλάει αποκλειστικά στην zografounews

Tη συναντώ σε ένα καφέ των Αθηνών. Είναι απόγευμα. Ήχοι και μουσικές ακούγονται από τα διπλανά καταστήματα. Αγωνιώ. Η κουβέντα μας ξεκινάει. Το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι στέκεται στη θέση που του αρμόζει.

Η κουβέντα με τη Μαρία Λάφη, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, της ταινίας «HolyBoom», που βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ των Τιράνων, από τα πρώτα δευτερόλεπτα νιώθω πως με συγκινεί. Μου μιλάει για τη ταινία, για τους πρωταγωνιστές, για τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα της, για τις πηγές έμπνευσής της. Νιώθω πως απέναντί μου έχω ένα παιδί, που θέλει, που επιθυμεί να μοιραστεί, μαζί μου και μαζί σας τη χαρά της δημιουργία της. Άλλωστε όπως και η ίδια μου αποκαλύπτει, «Δεν είναι και τόσο εύκολο στην εποχή μας να δημιουργεί κάποιος ταινία»….

Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα κουβέντα, η δημιουργός μιλάει αποκλειστικά στην εφημερίδα zografounews.

Συνέντευξη στην Κατερίνα Φραγκουλάκη

 

 

-HolyBoom- Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα κ. Λάφη για τη ταινία σας

 

Είναι ένα λογοπαίγνιο. Στην αρχή ξεκίνησε σαν αστείο. Επειδή ήθελα στο τίτλο να αναφέρεται η λέξη “Holy” (που σημαίνει ιερός, άγιος) ως

σχόλιο για τη μεγάλη εβδομάδα, «Holy week”, που ενώ για κάποιους ανθρώπους αυτή η περίοδος σηματοδοτεί την αγάπη και τη

συγχώρεση, κάποιους άλλους, εν αντιθέσει, δεν τους αφορά καθόλου. Γιατί ακόμα και εκείνες τις  μέρες, συνεχίζουν να ασχολούνται μόνο με τη δική τους καθημερινότητα και το δικό τους γολγοθά, που θεωρούν πιο σημαντικό.

Ο τίτλος, βασάνιζε για αρκετό χρονικό διάστημα το μυαλό μου, ώσπου μια μέρα η καλύτερή μου φίλη αναφώνησε το BOOM, -Γελάσαμε-… και ΝΑΙ, αποφάσισα να βαφτίσω έτσι τη ταινία: «HolyBoom».

Δεν σας κρύβω πάντως, πως, το να κάνεις ταινία στην εποχή μας, μοιάζει σαν να κάνεις πρωταθλητισμό. Το ρίσκο είναι μεγάλο και για να το πάρεις πρέπει να διαθέτεις μεγάλου βαθμού τρέλας. Αισθάνομαι υπερβολικά τυχερή που κατάφερα να τελειώσω, αυτή τη ταινία. Νιώθω πως είναι ότι καλύτερο έχω κάνει για τον εαυτό μου.

– Τι στάθηκε αφορμή για τη δημιουργία της

 

Η ταινία είναι γεμάτη με προσωπικές αναφορές. Λίγο πολύ όλοι οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι που σε κάποια φάση έχω γνωρίσει και έχω

μιλήσει μαζί τους. Ψάχνοντας να βρω ένα συνδετικό κρίκο μεταξύ τους, σκέφτηκα πως οι Άγιες μέρες του Πάσχα είναι κατάλληλες να πρωταγωνιστήσουν στη ταινία μου, με την έκρηξη ενός κουτιού να δίνει σάρκα και οστά στην ιστορία ή μάλλον να ξεκινάει την ιστορία.

Γράφοντας τους χαρακτήρες άρχισα να βάζω στοιχεία από τον εαυτό μου και τη ζωή μου, στα πρόσωπα και στη ζωή των πρωταγωνιστών μου. Έμοιαζε με παιχνίδι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ιγκέ που πειραματίζεται με τη φωτιά, Βέβαια εγώ δεν ανατίναζα τον κόσμο με δυναμιτάκια…αλλά ως παιδί μου άρεσε να κάνω θόρυβο με το συγκεκριμένο υλικό.

Δεν σας κρύβω πάντως, πως, το να κάνεις ταινία στην εποχή μας, μοιάζει σαν να κάνεις πρωταθλητισμό. Το ρίσκο είναι μεγάλο και για να το πάρεις πρέπει να διαθέτεις μεγάλου βαθμού τρέλας. Αισθάνομαι υπερβολικά τυχερή που κατάφερα να τελειώσω, αυτή τη ταινία. Νιώθω πως είναι ότι καλύτερο έχω κάνει για τον εαυτό. μου.  Βέβαια οφείλω να πω ότι δεν ήμουν  μόνη σε αυτό το εγχείρημα. Ακολούθησαν οι φίλοι, οι συνεργάτες και η Παραγωγός μου η Λιλέτ Μπόταση. Χωρίς αυτούς η ταινία δεν θα μπορούσε να έχει γίνει.

 

– Στη ταινία σας πρωταγωνιστεί μια γειτονιά στα Πατήσια. Γιατί Πατήσια και όχι μια άλλη γειτονιά;

 

Κάποτε τα Πατήσια  ήταν προάστιο της Αθήνας; Αν περπατήσεις στις γειτονιές,  βρίσκεις υπέροχα νεοκλασικά κτίσματα, σχεδόν κατεστραμμένα, αλλά τόσο όμορφα. Κρυφοί κήποι και μικρά πάρκα. Στο τέρμα της Πατησίων κάποτε υπήρχαν στάβλοι. Η συγκεκριμένη περιοχή, έχει μια γοητεία και η παρακμή της οικονομίας την κάνει ακόμη πιο

ενδιαφέρουσα. Είναι σαν ένα πολυπολιτισμικό μελίσσι. Πυκνόκατοικημένη, με ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας να συμβιώνουν κατά κάποιο τρόπο. Αυτός ο χαμός δημιουργεί μύθους. Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω για χαρακτήρες της περιοχής αέναα.

 

Αυτή είναι η περιοχή που ζω και για αυτή μπορώ να μιλήσω. Ίσως δεν είναι η καλύτερη του κόσμου

αλλά εμένα μου αρέσει. Πολλοί με ρωτούν γιατί δεν φεύγω….Τους φαίνεται επικίνδυνη, βρώμικη, αφώτιστη και δεν ξέρω τι άλλο. Εμένα μου αρέσει

να ζω μέσα σε αυτό τον πολύχρωμο ανάμικτο κόσμο!

 

– Το story διαδραματίζεται την περίοδο της Μ. Εβδομάδας- Γιατί επιλέξατε τις Άγιες αυτές μέρες να πρωταγωνιστούν αλλά και να εξελίσσεται η δική σας ιστορία.

 

Πάντα είχα στο μυαλό μου να κάνω μια ταινία που να αναφέρετε στο Πάσχα με κάποιο τρόπο.  Το Πάσχα πάντα μου φαινόταν γοητευτικό αισθητικά και

ήθελα να το χρησιμοποιήσω οπτικά.  Έχω την αίσθηση ότι ως ορθόδοξοι δεν γιορτάζουμε απλώς την ανάσταση του Χριστού αλλά τον ερχομό της

άνοιξης. Με ένα λίγο παγανιστικό τρόπο υποδεχόμαστε το ξύπνημα της φύσης και νομίζω ότι αυτό είναι που λειτουργεί κυρίως μέσα μας,

τουλάχιστον σε εμένα, γιατί με την εκκλησία είναι η αλήθεια δεν έχω ουσιαστική σχέση…

 

Πιστεύω ότι όλοι οι

άνθρωποι παγιδευόμαστε από τις επιλογές μας. Η άποψη μου είναι πως δεν υπάρχει καλό και κακό. Το μέγεθος της καλοσύνης ή της κακίας εξαρτάται

από το πόσο παγιδευμένος είναι ο καθένας μας.

 

– Στη ταινία σας, υπάρχουν σκηνές που μια μερίδα του κόσμου μπορεί να τις χαρακτηρίσει «σκληρές» και κάποια άλλη μερίδα «αληθινές». Εσείς σε

ποια κατηγορία τις κατατάσσετε;

 

Η αλήθεια είναι σκληρή και δύσκολη. Οι ήρωές μου όσο και αν θέλουν να κρυφτούν προδίδονται από τις επιλογές τους. Πιστεύω ότι όλοι οι

άνθρωποι παγιδευόμαστε από τις επιλογές μας. Η άποψη μου είναι πως δεν υπάρχει καλό και κακό. Το μέγεθος της καλοσύνης ή της κακίας εξαρτάται

από το πόσο παγιδευμένος είναι ο καθένας μας. Ζούμε κυνηγώντας συνεχώς κάτι μακρινό που όταν το πλησιάζουμε χάνει την αίγλη του και κάπου

ενδιάμεσα ο στόχος έχει αλλάξει χωρίς να το καταλάβουμε και πάλι σε κάτι άπιαστο και γυαλιστερό….Αναλώνουμε τη ζωή μας στο κυνήγι μιας

ουτοπίας. Αυτό από μόνο του είναι σκληρό αλλά δυστυχώς και αληθινό!

 

– Ποια φιγούρα του σημερινού Έλληνα αντιπροσωπεύει o χαρακτήρας της  Θάλειας;

 

Η Θάλεια είναι το γερασμένο κορίτσι της Ελληνικής επαρχίας του ‘70. Η ιστορία της πικρή, γιατί… Οι δικοί της, την έστειλαν στην Αθήνα να δουλέψει εσωτερική παραδουλεύτρα και εκείνη έκανε το

λάθος να μείνει  έγκυος στα 16. Εκείνη την περίοδο ούτε λόγος, γυναίκα, να κρατήσει παιδί νόθο. Χρόνια μετά, πάνω σε μια κουβέντα,  αποκαλύπτει το μυστικό της και ηρεμεί

Όμως….

Είναι γεμάτη ανεκπλήρωτα όνειρα. Έχει ζήσει όλη της τη ζωή δουλεύοντας σκυμμένη πάνω στη ραπτομηχανή.

Παίρνει αποφάσεις, που νομίζει πως θα της φέρουν την ευτυχία. Όπως να κρατήσει στην Ελλάδα και να μεγαλώσει το παιδί μιας γυναίκας, που η μοίρα, το πεπρωμένο, η ίδια η ζωή, την υποχρέωσε να επιστρέψει στην χώρα της. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πόσο ασφαλές είναι να μεγαλώσει το παιδί μιας άλλης γυναίκας;

Φορούσε τα ρούχα του ρόλου και πηγαινοερχόταν στο γύρισμα με το τρόλεϊ. Εγώ αγχωνόμουν και αγωνιούσα όλο αυτο το χρονικό διάστημα.  Ένιωθα πως θα χαθεί. Η ίδια πάλι, θεωρούσε ότι προετοιμαζόταν έτσι, καλύτερα για το γύρισμα. Η Luli μετενσαρκώθηκε σε Adia από την ημέρα που πάτησε το πόδι της στην Αθήνα. Πέταξε το ρόλο από πάνω της την τελευταία ημέρα του γυρίσματος.

 

 

– Μίληστε μας για τη γνωριμία σας με την πρωταγωνίστρια Luli Bitr- Πως ξεκίνησε η συνεργασία σας

 

Τη Luli την είχα δει στη ταινία του Bujar Alimani “Ammesty”. Δεν πίστευα ότι θα δεχόταν να έρθει στην Αθήνα για τη ταινία. Η

συνσεναριογράφος μου  Έλενα Δμητρακοπούλου μου μιλούσε για αυτήν, αλλά το θεωρούσα σχεδόν αδύνατο.  Μου την πρότεινε και ο διευθ,

Φωτογραφίας (Ηλίας Αδάμης) της ταινίας που ο ίδιος είχε κάνει και την «Αμνηστία». Έτυχε και η Luli ήταν στην Αθήνα για ένα δικό της  project

και συναντηθήκαμε. Ενθουσιασμός τεράστιος, με τη πρώτη ματιά. Η Luli χάρηκε με την ιστορία. Και δεν σας κρύβω πως στο πρόσωπό της, βρήκα  αυτό που ακριβώς ήθελα.

Απόλυτα αφοσιωμένη και συγκεντρωμένη στο ρόλο της. Ήμουν τυχερή που πρωταγωνιστούσε  και αυτή (μεταξύ άλλων) στη ταινία. Έμεινε στην Αθήνα ενάμιση μήνα.

Φορούσε τα ρούχα του ρόλου και πηγαινοερχόταν στο γύρισμα με το τρόλεϊ. Εγώ αγχωνόμουν και αγωνιούσα όλο αυτό το χρονικό διάστημα.  Ένιωθα πως θα χαθεί. Η ίδια πάλι, θεωρούσε ότι προετοιμαζόταν έτσι, καλύτερα για το γύρισμα. Η Luli μετενσαρκώθηκε σε Adia από την ημέρα που πάτησε το πόδι της στην

Αθήνα. Πέταξε το ρόλο από πάνω της την τελευταία ημέρα του γυρίσματος.

– Πείτε μας για την επιτυχία που γνώρισε η ταινία σας στο Διεθνές Φεστιβάλ των Τιράνων

Ήταν τέλεια. Ο κόσμος ήταν πολύ θερμός. Πολλοί ήρθαν συγκινημένοι και μου είπαν πως γνωρίζουν καλά το ρόλο της μετανάστριας Adia, γιατί έχουν

βρεθεί στην αντίστοιχη θέση (παράνομοι, χωρίς χαρτιά σε μια ξένη χώρα χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα). Ενώ πρώτη φορά βλέπουν μια ανάλογη

κατάσταση καταγεγραμμένη. Το αστείο είναι ότι  μιλούσαν Ελληνικά, γιατί ήταν μετανάστες στην Ελλάδα. Άνθρωποι που δούλεψαν και κατάφεραν να γυρίσουν

πίσω. Το βραβείο ήταν μια  ευχάριστη έκπληξη. Έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να φτάσει μια ταινία σε διεθνές φεστιβάλ, πόσο μάλλον να

βραβευτεί κιόλας.

– Θέλετε να αλλάξει κάτι στη χώρα μας;

Θέλω να αλλάξει όλος ο κόσμος!!! Να γίνει πιο φιλικός προς το χρήστη…

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Το σχόλιό σας καταχωρήθηκε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί Cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία. Διαβάστε τους όρους εδώ. Δέχεστε τους όρους πατώντας στο κουμπί Αποδοχή.