Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια*…

…ήταν ψυχάρα… ήταν η γέφυρα πατρίδας και ξενιτιάς, το λαδάκι στην πληγή…
Για ποιον πρόκειται; Φωνή τεράστια. Για να βοηθήσω περισσότερο, θα πω και τους στίχους:

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά

Καλά καταλάβατε… τους ακούσατε από τη φωνή του Στελάρα, του Στέλιου Καζαντζίδη
Τι να πεις γι αυτό τον θρύλο! ‘O,τι και να πεις για κείνον λίγο θάναι, δεν μετριέται το ταλέντο του.
Αλλά εγώ θα έλεγα και το ήθος του!

Η παλικαρίσια στάση του απέναντι στη ζωή.
Το τραγούδι δεν ήταν το παν για το Στέλιο!

Η ζωή του ήταν στα καφενεδάκια με τις ψάθινες καρέκλες να σιγοπίνει ούζο, συνοδεία λακέρδας. Να τα λέει με απλούς ανθρώπους. Να τραγουδάει τα βάσανα του κοσμάκη με την κιθάρα του και δίπλα η παρέα του να τον σιγοντάρει.

Ένας καλλιτέχνης που δεν μπήκε ούτε σε κότερα ούτε σε βίλες. Δεν συναλλάχτηκε με κανενός είδους εξουσία. Δεν μπλέχτηκε σε καβγάδες ούτε καταδέχτηκε φιγούρες. Αυθεντικός, κι η επικοινωνία του με το λαό γνήσια.

Το σπουδαιότερο; Παίρνει την ευθύνη για τη ζωή του…

«Κανένας δεν μου φταίει για το χάλι μου
σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου»… ομολογεί και δεν το μετανιώνει.

Τον είπανε τσιγκούνη. Αν ήθελε ο Στέλιος θα μπορούσε να έχει μαζέψει όλο το χαρτί. Να έχει γεμίσει τις τσέπες του. Αλλά αρνήθηκε να πει 5-6 τραγούδια σε μαγαζιά και να έχει ό,τι θέλει. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές που γίνονταν στην κοινωνία. Περιφρόνησε το χρήμα. Έμεινε σταθερός στη γωνιά του, στο τρόπο ζωής του δίπλα στους κατατρεγμένους κι απόκληρους μιας σκάρτης κοινωνίας.

Για τους ξενιτεμένους τραγούδησε:

…Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δεν σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες…

Συγκινούν και σήμερα αυτά τα λόγια. Αλίμονο, γυρίζουμε σε κάποιες εποχές που νομίζαμε πως τις έχουμε αφήσει για τα καλά πίσω μας.

Ο Καζαντζίδης αποσύρθηκε στην επαρχία αρκετά χρόνια πριν φύγει από τη ζωή. Ξέκοψε από τα κέντρα και τον ελεύθερο χρόνο του τον περνούσε ψαρεύοντας.

Σεμνά, μπροστά στο μεγαλείο που έσβησε το 2001, στα 70 του, θα τον συνόδευα με τους στίχους:

Πάει κι απόψε τ΄ όμορφο
τ΄ όμορφο τ΄ απόβραδο
από Δευτέρα πάλι
Πίκρα και σκοτάδι
αχ νάταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος νά ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.

* είναι τίτλος από βιβλίο του Λευτέρου Παπαδόπουλου

Έλενα Κωνσταντοπούλου

Banner Επαγγελματικός Κατάλογος

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Το σχόλιό σας καταχωρήθηκε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί Cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία. Διαβάστε τους όρους εδώ. Δέχεστε τους όρους πατώντας στο κουμπί Αποδοχή.