Θανάσης Βέγγος: Εννέα χρόνια χωρίς τον «καλό μας άνθρωπο» (ΦΩΤΟ&ΒΙΝΤΕΟ)

«Κάποτε έβαλα όλο το συνεργείο και ξεσκόνισε τις Θερμοπύλες! Ναι, μα τον Θεό! Καθαρίσαμε τις Θερμοπύλες για ένα γύρισμα.

Αυτή η τελειότητα μόνο στο δικό μου κεφάλι υπάρχει. Αυτή η τελειότητα με έχει οδηγήσει δύο φορές στην καταστροφή», είχε δηλώσει σε κάποια από τις λίγες συνεντεύξεις του ο μεγάλος Ελληνας ηθοποιός που σκόρπιζε απλόχερα το γέλιο μεταφέροντας ουσιαστικά στη μεγάλη οθόνη τις μανίες που τον καταδίωκαν και στην προσωπική του ζωή.
Πολύ πιθανόν αν ζούσε σήμερα εν μέσω πανδημίας, ο Θανάσης Βέγγος θα είχε επινοήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό εξολόθρευσης κάθε είδους μικροβίου και αιωρούμενης σκόνης καθαρίζοντας, σκουπίζοντας και ψεκάζοντας με μανιακή σχολαστικότητα όπως συνήθιζε πάντα να κάνει χωρίς καμία ορατή απειλή.

Ο άνθρωπος «που έτρεχε σαν τον Βέγγο», υποδυόμενος στις ταινίες τον αεικίνητο μεροκαματιάρη της διπλανής πόρτας που παλεύει να επιβιώσει έχοντας στις πλάτες του το βάρος μιας στρατιάς εξαρτώμενων από τον ίδιο ανθρώπων χάριζε αβίαστα απείρου κάλλους ξεκαρδιστικές σκηνές σε μια εποχή δύσκολη όπου η φτώχια και η μιζέρια είχαν τον πρώτο ρόλο.
Εμμονικός με την καθαριότητα, ουσιαστικά μέσα από τους ρόλους του σε ταινίες που έγραψαν κινηματογραφική ιστορία (Ο δράκος, Διακοπές στην Αίγινα, Μανταλένα, Ο Ηλίας του 16ου, Ποτέ την Κυριακή, Οι δοσατζήδες, Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ, Μην είδατε τον Παναή, Ζήτω η τρέλα, Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, Φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;κτλ), μετέφερε στην οθόνη έναν απόλυτο γνώριμο χαρακτήρα από την καθημερινότητα της δεκαετίας του 50 και του 60, μπολιάζοντάς τον με τα δικά του αυθεντικά κουσούρια της ύπαρξής του σε ένα απόλυτο σουρεάλ one man show.

Και κάπως έτσι ο Θανάσης Βέγγος έγραψε κινηματογραφική ιστορία εκθέτοντας στο ευρύ κοινό που τον λάτρεψε τις μανίες και τις φοβίες του σε ένα ατέρμονο αλληλοκυνηγητό μαζί τους.

Αν κάποιος έβλεπε ένα παράθυρο, ο Βέγγος έβλεπε την σκόνη στις γρίλιες βασανιζόμενος από αθεράπευτη «σκονοφοβία» που τον συντρόφευε μέχρι και τα γεράματα.

Κυνηγούσε παντού τη σκόνη!

Οσοι τον έζησαν στο θέατρο τον θυμούνται να καθαρίζει σχολαστικά τα σκηνικά, μια εικόνα ρουτίνας στις καθημερινές πρόβες από τον δημοφιλή ηθοποιό που εξαιτίας της τελειομανίας του καταστράφηκε δύο φορές οικονομικά, αφού όσο ταλέντο είχε στην υποκριτική, άλλο τόσο του έλειπε στην οικονομική διαχείριση.
Τον θυμούνται να διακόπτει την πρόβα για να τινάξει ένα τραπεζομάντηλο-μέρος του ντεκόρ ενώ τα καλοκαίρια όταν γυρνούσε στο θέατρο, έκλεινε τα παράθυρα για να αφήσει απέξω τη σκόνη, με τη ζέστη να γίνεται αφόρητη.

Κανείς, όμως δεν μπόρεσε ποτέ να του κακιώσει, παρά τις ενίοτε ενοχλητικές και για τους άλλους εμμονές του αφού ξεχείλιζε από γλυκύτητα και καλοσύνη βοηθώντας τους πάντες για τα πάντα, ακριβώς όπως έκανε και στις ταινίες.

Και τα πράγματα δεν ήταν πάντα καλά για τον ίδιο αφού μέχρι να καταφέρει να ορθοποδήσει οικονομικά έκανε ένα σωρό μικροδουλειές παράλληλα με την ηθοποιία για να καταφέρει να επιβιώσει.

Από τις πιο αγαπημένες του ήταν εκείνη του παγοπώλη μεταφέροντας κολόνες πάγου στα σπίτια που παρά την κούραση, τον ευχαριστούσε επειδή την θεωρούσε «καθαρή δουλειά» -πάγος και σκόνη δεν πάνε μαζί. Η εμμονή με την σκόνη ήταν το κουσούρι που του έμεινε από την εποχή της Μακρόνησου όπου υπηρέτησε για δύο χρόνια την στρατιωτική του θητεία.

Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαϊου του 1927. Ήταν μοναχοπαίδι του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγγου. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού και ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη δουλειά του, εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων.

Έτσι, ο Θανάσης άρχισε να εργάζεται από μικρός για να βοηθήσει την οικογένειά του. Για πολλά χρόνια ασχολήθηκε με την επεξεργασία δερμάτων, ενώ παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά του. Λόγω των πολιτικών φρονημάτων της οικογένειας, όταν ήρθε η ώρα της στρατιωτικής θητείας του, πήρε δυσμενή μετάθεση στη Μακρόνησο, στον τόπο εξορίας των κομμουνιστών. Η καθημερινότητα σκληρή και επίπονη, ένα βασανιστήριο για όλους, το ίδιο και για τον Βέγγο.

Δούλευε σε ένα γιαπί μέσα στην αθλιότητα κουβαλώντας όλη μέρα πέτρες, πνιγμένος στην σκόνη και ψόφιος από την κούραση.

Τα χρόνια στη Μακρόνησο

Η αγάπη του για την καθαριότητα πριν από τα χρόνια της Μακρονήσου μετατράπηκε σε μανία και μετά, αφού πια έφυγε από αυτή. Ξεσκόνιζε πιάτα και ποτήρια κι ας ήταν ήδη πλυμένα, τίναζε πάντα τα ρούχα του πριν τα φορέσει, γυρνούσε ακόμα και τις τσέπες του παντελονιού του για να τις τινάξει ενώ φρόντιζε όλες τις συναντήσεις με φίλους και συνεργάτες να τις κάνει στο γραφείο του και όχι σε εξωτερικό χώρο.

Για να είναι σίγουρος ότι όπου καθήσουν θα είναι όπως πρέπει όλα καθαρισμένα και ξεσκονισμένα ενώ στο σπίτι του είχε ακόμα και ιονιστή σε μια εποχή που ελάχιστοι ήξεραν καν την ύπαρξή του. Από τη Μακρόνησο δεν του μεινε μόνο το κουσούρι με την καθαριότητα αλλά και μία γνωριμία ζωής που του άνοιξε νέα μονοπάτια γι αυτό που θα γινόταν ο ίδιος αργότερα.

Όχι πια ο Θανάσης ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, αλλά ο Βέγγος ο μεγάλος κωμικός ηθοποιός που λατρεύτηκε από τον κόσμο –αν και πάλι υποδυόμενος τον άνθρωπο για όλες τις δουλειές: η γνωριμία του με τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο θα του αλλάξει τη ζωή και το 1954 θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο στη ταινία του «Μαγική Πόλις», παίζοντας στη συνέχεια για πέντε χρόνια μικρούς ρόλους ανακαλύπτοντας και ο ίδιος μαζί με το κοινό το μεγάλο έμφυτο ταλέντο του.

Αν και δεν σπούδασε υποκριτική, το 1959 πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, όχι από Σχολή, αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο, με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή.

Την ίδια χρονιά έκανε και το θεατρικό του ντεμπούτο, στην επιθεώρηση Ομόνοια πλατς πλουτς, δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη. Τα υπόλοιπα είναι πια ιστορία.

Αν και α περίμενε κανείς μετά τον θρίαμβο που γνώρισε να κατάφερε να κάνει περιουσία, η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική αφού παρά την εμπορική επιτυχία των ταινιών του, την περίοδο ειδικά μετά το 1964 οπότε κι έφτιαξε τη δική του εταιρεία παραγωγής (τη «ΘΒ-ταινίες γέλιου»), οδηγήθηκε στην καταστροφή από συσσωρευμένα χρέη.

Ένα από τα λάθη του ήταν ότι για να ολοκληρώσει τις ταινίες του, προπωλούσε μετοχές, που συχνά ξεπερνούσαν το 100% της πραγματικής αξίας. Πουλούσε δηλαδή το 120% με 130% της ταινίας και στη συνέχεια ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει το 30% ή το 20% επιπλέον.

Η πρακτική του αυτή η τόσο καταστροφική για τον ίδιο, φυσικά έγινε γνωστή και σε πολλούς που την είδαν σα μια γρήγορη και σίγουρη μέθοδο για να βγάλουν χρήματα. Και τον εκμεταλλεύτηκαν, από χρηματοδότες μέχρι και συνεργάτες όπως ένας ηλεκτρολόγος στον οποίο δώρισε ποσοστά από ταινία του όταν ο Βέγγος έμαθε ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος.

Όταν τελικά η ταινία προβλήθηκε, δεν είχε να του δώσει τα χρήματα που του υποσχέθηκε με αποτέλεσμα ο ηλεκτρολόγος να τον καταγγείλει για χρέη και να τον σύρει στα δικαστήρια. Από τη μία η κακοδιαχείριση και από την άλλη η τελειομανία του αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βγάλει το αποτέλεσμα που ήθελε.

Κι αν αυτό δεν ήταν όπως ήθελε, ακόμα και σε μικρές λεπτομέρειες, σταματούσε το γύρισμα και ξανάρχιζε, μια διαδικασία πολύ δαπανηρή αφού το φιλμ τότε ήταν πανάκριβο. Παρά την επιτυχία, τα χρέη τον έπνιξαν.

Τον κυνηγούσαν όλοι, εφορία και δανειστές ενώ φίλοι και συνεργάτες του γύρισαν την πλάτη. Έχασε το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε καταφέρει να αποκτήσει από την καριέρα του, το σπίτι όπου έμενε με τη σύζυγό του Ασημίνα και τα δύο αγόρια τους, ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. «Η στιγμή που ξεβίδωσα την πινακίδα με το όνομα της εταιρείας από τον τοίχο, δεν περιγράφεται. Ένιωθα σαν να ξηλώνω τα όνειρα μου.

Όλα», είχε περιγράψει αργότερα ο ίδιος. Τελικά κατάφερε να ανακάμψει κάποια χρόνια αργότερα, χάρη στη βοήθεια του στενού συνεργάτη και φίλου του, Ντίνου Κατσουρίδη που ανέλαβε ο ίδιος την οικονομική διαχείριση στις επόμενες ταινίες που δημιούργησαν και διέπρεψαν. Τη δεκαετία του ’80 αποσύρεται από το σινεμά και κάνει λίγες βιντεοταινίες.

Από τη μεγάλη οθόνη στην Επίδαυρο

Θα επιστρέψει στον κινηματογράφο το 1991, με την ταινία Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του είναι πια δωρική, ήσυχη αλλά τεράστιας εκφραστικότητας. Το 1995 συμμετείχε στην ταινία Το βλέμμα του Οδυσσέα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ενώ μνημειώδης υπήρξε ο ρόλος του στο Όλα είναι δρόμος του 1998. Τελευταία εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά» (2009).

Ένα χρόνο πριν εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, στο ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής ενώ το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη, με μεγάλη επιτυχία.Στην τηλεόραση, ο Θανάσης Βέγγος εμφανίστηκε στις σειρές: Βεγγαλικά (ΕΡΤ, 1988), Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης (ΑΝΤ1, 1990), Περί ανέμων και υδάτων (Mega, 2002), Έρωτας, όπως έρημος (ΝΕΤ, 2003), Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου (ΑΝΤ1, 2006) και Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας (ΕΤ3, 2009). Με τη σύζυγό του Ασημίνα έζησε μέχρι να κλείσει τα μάτια του, σε ηλικία 84 χρονών, στις 3 Μαϊου του 2011.

Ο Θανάσης Βέγγος νοσηλευόταν από τις 19 Δεκεμβρίου 2010 στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου Ερυθρός Σταυρός λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου, όπου και άφησε τη τελευταία του πνοή. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο την επόμενη, στις 4 Μαΐου, μέσα σε μία λαοθάλασσα και παρουσία πολλών επισήμων και φίλων. Τάφηκε στην Αμοργό, τόπο καταγωγής της μητέρας του και της γιαγιάς του.

Η παρακάτω σκηνή από τη ταινία του 1995 στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου θεωρείται ορόσημο. Είχε τον ρόλο ενός ταξιτζή που μετέφερε τον σκηνοθέτη στην Αλβανία:

«Η Ελλάδα πεθαίνει.

Πεθαίνουμε σα λαός.

Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα.

Και πεθαίνουμε….

Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα.

Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο».

Οσα είπε Θανάσης για τον Βέγγο:

Για το ταλέντο του:«Δουλεύω με το ένστικτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, μόνο αυτή τη φάτσα. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα»

Για τη γνωριμία με τον Κούνδουρο:“Θυμάμαι, όταν ήμουν στη Μακρόνησο το ’49, στις παραστάσεις που οργάνωνε ο Νίκος Κούνδουρος, στο θεατράκι που είχαμε στο Δεύτερο Τάγμα. Με έβαζε και έπαιρνα το μικρόφωνο κι έλεγα ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό.

Έκανα μιμήσεις, παρωδούσα διαφημίσεις για γυναικείες κρέμες, οτιδήποτε. Γελούσαν οι πάντες. Από πού κι ως πού εγώ αστείος, αναρωτιόμουνα μέσα μου…Εκεί πρωτοείδα θέατρο. Είδα τον Κατράκη και τους άλλους μεγάλους να παίζουν. Ο Κούνδουρος με είχε σταμπάρει και πίστευε ότι θα μπορούσα να παίξω και με έβαλε κι έκανα διάφορα, σαν κλόουν περισσότερο”.

Για τη γυναίκα του τη Μίνα: “Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς”. Η Μίνα είχε αποκαλύψει ότι γοητεύτηκε από τα ωραία πράσινα μάτια του, τη λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν…”

Ο Βέγγος απέκτησε δυο γιους και εγγόνια τα οποία λάτρευε. Το 2008 η πλατεία της γειτονιάς του μετονομάστηκε σε πλατεία Θανάση Βέγγου και ο ίδιος βρέθηκε στην εκδήλωση μαζί με την οικογένειά του και συγκινημένος ευχαρίστησε τον κόσμο για την τιμή που του έκανε.

Όταν τον ρώτησαν τι κρατάει από τη ζωή του, ο “καλός μας άνθρωπος” απάντησε: “Οτι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω”…
Για τον φόβο του: «Kάθε φορά που υπέφερα, έβγαζα καταπληκτικά πράγματα στον Kινηματογράφο.

Όταν τύχαινε να μου συμβούν ευχάριστα πράγματα, ήμουν κακός. Φοβάμαι, λοιπόν, το βόλεμα. Φοβάμαι, μήπως ξαφνικά, μου λυθούν όλα μου τα προβλήματα, μήπως βρεθώ με λεφτά, μήπως μου φύγουν οι ανησυχίες, το άγχος». Μία από τις σημαντικότερες ιδιότητες του ηθοποιού Θανάση, ήταν πως μπορούσε να μεταφέρει τα προβλήματά του στην κάμερα, μετατρέποντάς τα σε ένα εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, που ναι μεν έβγαζε γέλιο, αλλά έδινε και τροφή για σκέψη στον θεατή.

Για τη στάση του απέναντι στη ζωή:“Κάνε δώρο την απουσία σου σε αυτούς που δεν εκτίμησαν την παρουσία σου»

«Ονειρέψου σαν παιδί, ζήσε σαν τρελός, αγάπα σαν άνθρωπος, μικρός ο κόσμος κι εμείς περαστικοί»

«Επρεπε να γεράσω αγόρι μου για να μάθω τι είναι η ευτυχία. Τελικά η ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια. Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια.

Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις»

«Δεν έχω χρόνο να μισώ αυτούς που με μισούν γιατί είμαι απασχολημένος αγαπώντας αυτούς που με αγαπούν»

Και κάποιες θρυλικές ατάκες από σκηνές που έγραψαν ιστορία:

«Και πεινάω και βαριέμαι, και διψώ και κατουριέμαι»

Πώς πουλάνε ένα φέρετρο

«Να προτιμήσετε αυτό. Δεν πουλάμε, διαφημίζουμε. Σκέτο μαόνι, λουστραρισμένο στο χέρι. Για δείτε, αστράκια πετάει. Και με τζαμαρία.

Το συνιστούν 38 κατασκευαστές κοιμητηρίων. Κατεκυρώθη! Ωραία επιλογή. Θα το χαρεί ο μακαρίτης («Ο παλαβός κόσμος του Θανάση», 1979, σεν. Ντ. Κατσουρίδης-Γ. Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Ντ. Κατσουρίδης)

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Το σχόλιό σας καταχωρήθηκε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί Cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία. Διαβάστε τους όρους εδώ. Δέχεστε τους όρους πατώντας στο κουμπί Αποδοχή.