Ο Ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος 1890-1977

Ο Ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος 1890-1977

Ο Ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος 1890-1977 (G.Gounaro) γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1890 στην Σωζόπολη, μικρή παραθαλάσσια πόλη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας στην Βουλγαρία.

Η πόλη στους αρχαίους χρόνους ήταν αποικία Μυλησίων και ονομαζόταν Απολλωνία, προς τιμή του Θεού του φωτός.

Από την εποχή του Βυζαντίου μέχρι σήμερα κατοικείται αποκλειστικά από Έλληνες. Ο Γουναρόπουλος ήταν γιος της Άννας και του Ηλία και ήταν το έκτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας.

Εκστασιασμένος από τους μύθους του Ορφέα και από τις διηγήσεις για τα στοιχειά των σπιτιών του χωριού του, πλάθει ένα ονειρικό υποσυνείδητο που θα τον βοηθήσει αργότερα να περάσει στο έργο του τις οπτασιακές μορφές του μύθου και τις εξωλογικές διηγήσεις που άκουγε μικρός.

Την εποχή των αρχών του 1900 η Βουλγαρική Κυβέρνηση πιέζει τους Έλληνες να πολιτογραφηθούν Βούλγαροι . Η οικογένεια τότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Ελλάδα.

Μετά από περιπλάνηση σε διάφορες πόλεις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα.

Οι συνθήκες ζωής στην Αθήνα του 1904 είναι σκληρές, ο μικρός Γουναρόπουλος χρησιμοποιώντας την σχεδιαστική του ικανότητα εργάζεται σε διάφορα επιγραφοποιία της πόλης, κερδίζοντας χρήματα για την διατροφή όλων των μελών της οικογένειας.

Σπουδές στην Ελλάδα

Το 1906 ο Γουναρόπουλος εγγράφεται αρχικά στην Σχολή Καλών Τεχνών στο τμήμα διακοσμητικής και σε μικρό διάστημα μετακινείται στο τμήμα ζωγραφικής.

Το 1912 παίρνει το δίπλωμα του από την Σχολή Καλών Τεχνών μαζί με το πρώτο βραβείο και κατατάσσεται στο στρατό για να εκπληρώσει την στρατιωτική του θητεία.

Παίρνει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εν τω μεταξύ πετυχαίνει στον Αβερώφειο διαγωνισμό και παίρνει υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Παρίσι.

Στα 1919 αποστρατεύεται οριστικά και πηγαίνει υπότροφος στο Παρίσι.

Πίνακας του Γιώργου Γουναρόπουλου

Σπουδές στο Παρίσι

Στο Παρίσι σπουδάζει και στη συνέχεια εργάζεται από το 1919 έως το 1932.

Στην αρχή γράφεται στην Academie Julien όπου φοιτά ως το 1924 και συνεχίζει τις σπουδές του στην Αcademie de la Grande Chaumiere από το 1924 έως το 1925.

Στο μεταξύ σπουδάζει την τέχνη στα μουσεία και βιώνει τους σύγχρονους προβληματισμούς της εποχής στις γκαλερί του Παρισιού.

Μελετά το τοπίο και το φως της νότιας Γαλλίας. Εκθέτει εν τω μεταξύ έργα του στο Salon National des Beaux Arts, στο Salon d’ Automne και στο Salon des Independants στα 1924.

Ο Γουναρόπουλος εγκατεστημένος οριστικά στο Παρίσι αρχίζει να ξεχωρίζει μεταξύ των καλλιτεχνών αποσπώντας εγκωμιαστικές κριτικές για την δουλειά του, στην οποία αρχίζει να διαφαίνεται η δημιουργία του προσωπικού του στυλ.

Μετά την συμμετοχή του στο Salon d’ Automne οι έμποροι τέχνης Μαξ Μπερζέ και Άλφρεντ ντ’ Αλμπέρ πατρονάρουν τον ζωγράφο.

Εγκατεστημένος στο δικό του ατελιέ στο Νο 95 της οδού Vaugirard του Μontparnasse επισκέπτεται και ζωγραφίζει στην περιοχή της λίμνης Μartigue της Provense.

Το φθινόπωρο του 1924 επιστρέφει στην Αθήνα και κάνει την πρώτη του έκθεση στις αίθουσες του Ζαππείου με 77 πίνακες από την τελευταία δουλειά του στο Παρίσι.

Η πρώτη αυτή έκθεση του προκαλεί έκπληξη με την επαναστατικότητα της στο συντηρητικό μεγαλοαστικό Αθηναϊκό κοινό.

Ωστόσο αποσπά διθυραμβικές κριτικές και δέχεται τα συγχαρητήρια της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Αναγνώριση

Το 1925 επιστρέφει στο Παρίσι και αφοσιώνεται προσπαθώντας και στην συνέχεια επιτυγχάνοντας να δώσει προσωπική λύση στο πρόβλημα του φωτός στην ζωγραφική, που τον απασχολούσε από τότε που είχε έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την σύγχρονη τέχνη στο καλλιτεχνικό χωνευτήριο που ήταν τότε το Παρίσι.

Θα αρχίσει τότε να μορφοποιεί το προσωπικό του στυλ, το οποίο αργότερα θα τον καθιερώσει μεταξύ των σημαντικότερων ζωγράφων της εποχής .

Τον Οκτώβριο του 1925 εκθέτει στην Galerie Vavain-Raspail μια από τις σημαντικότερες γκαλερί του Παρισιού. Η επιτυχία είναι εντυπωσιακή.

Το σύστημα των κριτικών του τύπου αρχίζει να δουλεύει για τον νεαρό ζωγράφο.

Τον Μάρτη του 1926 κάνει δεύτερη έκθεση στην ίδια γκαλερί έχοντας εξασφαλίσει συμβόλαιο μόνιμης συνεργασίας, οπότε και η αναγνώριση της πρωτοποριακής ζωγραφικής του σ’ ένα καλλιτεχνικό κέντρο που δονείται για την αναζήτηση της πρωτοπορίας, είναι πλέον γεγονός.

Είναι ο μόνος από τους Έλληνες καλλιτέχνες στο Παρίσι που κατακτά το Παρισινό κοινό και κατορθώνει με το έργο του να πείσει έναν ολόκληρο μηχανισμό προβολής να επενδύσει σ’ αυτόν.

Η οργάνωση του φωτός στο ζωγραφικό χώρο που πρότεινε ο Γουναρόπουλος βρίσκεται μέσα στο ζωγραφικό προβληματισμό της εποχής (1920-1930) και αναγνωρίζεται από τους κριτικούς του Παρισιού ως πρωτοποριακή.

Επικυρώνεται έτσι η προσωπική τεχνοτροπία της ζωγραφικής του G.Gounaro (όνομα με το οποίο υπογράφει πλέον τα έργα του) και αναφέρεται στα καλλιτεχνικά περιοδικά με την ευκαιρία της δεύτερης ατομικής του έκθεσης στο Παρίσι.

Γράφονται άρθρα στα έντυπα: La vie, Le journal des debats, L’ art d’ aujourd’hui , L’ amie des arts, Catalan revue και στο Cahiers d art του Christian Zervos.

Τον Ιανουάριο του 1927 εκθέτει και πάλι ατομικά στην γκαλερί «Vavain-Raspail» και αναχωρεί για την Αθήνα όπου στο ατελιέ του ετοιμάζει πυρετωδώς την νέα δουλειά του που θα εκθέσει το επόμενο έτος (1928) σε μια από τις τρεις μεγαλύτερες γκαλερί του Παρισιού την «Jaques Bernheim» σημειώνοντας ιδιαίτερη επιτυχία.

Οι πίνακες του βρίσκονται πλέον στις μεγαλύτερες συλλογές της Γαλλίας, Αγγλίας και Ισπανίας.

Το 1929 εκθέτει στο Salon «Vrais-Independants» και ταυτόχρονα στο πρωτοποριακό Salon «Sur Independants» όπου μεταξύ των συμμετεχόντων ήταν και οι Lurcat, Bores και Vines.

Έχοντας οριστικοποιήσει πια το προσωπικό ζωγραφικό του ύφος και έχοντας κερδίσει την Παρισινή αναγνώριση, επιστρέφει και εκθέτει στην Αθήνα εγκαινιάζοντας την δεύτερη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Στρατηγοπούλου την άνοιξη του 1929.

Οι εφημερίδες της εποχής Ελεύθερο Βήμα, Πρωία, Έθνος, Νέα Εστία, Πρωτοπορία, Εθνική Επιθεώρηση δημοσιεύουν απανωτά άρθρα με κρίσεις θαυμασμού, επικρίσεις και ανταπαντήσεις.

Το κραχ

Ο Γουναρόπουλος επιστρέφει στο Παρίσι όπου η αναγνώριση ήταν ήδη εξασφαλισμένη και εργάζεται μέχρι το 1930.

Το οικονομικό κραχ του 1929-32 που έπληξε την αγοραστική κίνηση του Παρισιού τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Ελλάδα με σκοπό να παραμείνει προσωρινά, πιστεύοντας ότι η οικονομική κρίση δεν θα σταθεί εμπόδιο στην διεθνή του καριέρα.

Κάνει το τελευταίο ταξίδι του στο Παρίσι το 1932 και τον ίδιο χρόνο επιστρέφει στην Ελλάδα που εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στο ιδιόκτητο ατελιέ του.

Παντρεύεται την μουσικοσυνθέτρια Μαρίκα Πρωϊου και αποκτά έναν γιο τον μετέπειτα αρχιτέκτονα Ηλία Γουναρόπουλο.

Ο γαλλικός τύπος θα ασχοληθεί με το έργο του αμέσως μετά το πρώτο ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης (1933-34).

O Γουναρόπουλος όμως έχει πια εγκατασταθεί και επικυρωθεί στην Ελλάδα συνεχίζοντας την δουλειά του στο ατελιέ του στην Αθήνα.

Θα διατηρήσει όμως μια σποραδική επικοινωνία με τον Marius Arg Leblond και τακτική με τον Teriade, ως το τέλος της ζωής του (1977).

Μετά την διεθνή του αναγνώριση η κατάκτηση του Ελληνικού κοινού ήταν πλέον δεδομένη.

Η επιστροφή του Γουναρόπουλου στην Ελλάδα θα συμπέσει με την δημιουργία μιας σημαντικής εικαστικής κίνησης στην οποία πρωτοστατεί η γενιά του 30.

Οι καλλιτέχνες που έχουν επιστρέψει από το Παρίσι όπως ο Τόμπρος , Χατζηκυριάκος-Γκίκας καθώς και ο Μπουζιάνης που έχει επιστρέψει από την Γερμανία, μαζί με τον Γουναρόπουλο θα μεταλαμπαδεύσουν την διεθνή πρωτοπορία στα καλλιτεχνικά δρώμενα στην Ελλάδα.

Το 1934 μετέχει για πρώτη φορά στην Βiennale της Βενετίας, τα έργα του οποίου ξεχωρίζουν στις δημοσιεύσεις του Ιταλικού Τύπου.

Το 1934 επίσης εικονογραφεί το βιβλίο «Αλληλουχίες» του στενού του φίλου και αγαπημένου ποιητή Α. Εμπειρίκου, ο οποίος του αφιερώνει το ποίημα «Καρυάτιδες» της ενότητας «Οι σπόνδυλοι της πολιτείας» (1935) από την συλλογή «Ενδοχώρα».

Το έτος 1935 σημαδεύεται από μια έκθεση σταθμό στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης στην Ελλάδα.

Είναι η έκθεση των Τριών και συμμετέχουν οι Γ. Γουναρόπουλος, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας και ο γλύπτης Τόμπρος.

Στις 2 Ιουλίου του 1937 ανατίθεται στον Γουναρόπουλο από τον Δήμο Αθηναίων η τοιχογράφηση της αίθουσας Δημοτικού Συμβουλίου του Δημαρχείου της Αθήνας.

Ο Γουναρόπουλος πιστός στην τεχνοτροπία του φιλοτεχνεί ένα μεγαλειώδες ζωγραφικό σύνολο επιφάνειας 113 τετρ. μέτρων με την λαμπερή τεχνική της ελαιώδους τοιχογραφίας. Χρησιμοποιεί κερί και χρώματα λαδιού, τεχνική που συναντιέται πολύ σπάνια.

Η τοιχογραφία αναπαριστά την ιστορία της πόλης των Αθηνών στους αρχαίους χρόνους.

Η πιστή ιστορική απόδοση των μορφών, ενδυμάτων και αντικειμένων οφείλεται σε μελέτες που έκανε ο Γουναρόπουλος σε αρχαία αγγεία, νομίσματα, επιτύμβιες στήλες, αγάλματα και την σχετική βιβλιογραφία για την αρχαία τέχνη.

Η τοιχογραφία άρχισε τον Μάρτιο του 1938 και τελείωσε τον Σεπτέμβριο του 1939.

Το 1948 πηγαίνει στην Ν. Υόρκη των Η.Π.Α. και εκθέτει στην γκαλερί «Hugo» του Α. Ιόλα. To 1951 εκτελεί τις αγιογραφίες της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στο Βόλο.

Το 1958 του γίνεται η απονομή του βραβείου Gugenheim για την Ελλάδα.

Το 1957 πραγματοποιεί την τέταρτη ατομική του έκθεση στις αίθουσες του Γαλλικού Ινστιτούτου με τίτλο «Λουλούδια του Γουναρό».

Τον ίδιο χρόνο ο Γ. Μουρέλος καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με πρωτοβουλία του Ο. Merlier γράφει την μελέτη για το έργο του Γουναρόπουλου βασισμένο στις αρχές της αισθητικής ψυχολογίας που χαιρετίζεται ομόφωνα από τον Τύπο.

Η πέμπτη ατομική του έκθεση θα πραγματοποιηθεί στην γκαλερί «Ζυγός» το 1959.

Ακολουθεί η συμμετοχή του στην Ε΄ Βiennale του Sao Ρaulo. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1967-1974) ο ζωγράφος απέχει από ομαδικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας οργανώνεται από την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Γουναρόπουλου που προλογίζει ο τότε υπουργός Πολιτισμού Τριπάνης.

Αυτό είναι και το κύκνειο άσμα του ογδοντάχρονου πλέον Γουναρόπουλου. Η έκθεση αυτή αποτέλεσε σταθμό στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας του.

Στα 1977 ο Γουναρόπουλος θα φύγει από την ζωή έχοντας συμπληρώσει ογδόντα οκτώ χρόνια ζωής και εξήντα πέντε χρόνια συνεχούς εικαστικής δημιουργίας «κλείνοντας ουσιαστικά το κεφάλαιο της γενιάς του».

Όταν ρωτήθηκε πριν από το τέλος της ζωής του αν ήταν ικανοποιημένος από την εξηντάχρονη εικαστική προσφορά του απάντησε : «Ναι γιατί ότι έδωσα ήταν δικό μου όραμα, και όχι γιατί το έργο του καλλιτέχνη δεν αποτελεί παρά ένα ελάχιστο ποσοστό του συνολικού οράματός του.»

Το μουσείο Γ. Γουναρόπουλος

Το 1978 ο γιος του Ηλίας Γουναρόπουλος δωρίζει το ατελιέ του ζωγράφου και 40 ελαιογραφίες και σχέδια στον ΔΗΜΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ και δημιουργείται το ΜΟΥΣΕΙΟ Γ. ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ.

Το 1990 ο Δήμος Ζωγράφου επεκτείνει το ΜΟΥΣΕΙΟ κτίζοντας ένα νέο κτίριο δίπλα στο παλαιό διατηρητέο ατελιέ του ζωγράφου, το οποίο λειτουργεί ως ΚΕΝΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ και το οποίο συμπληρώνει την λειτουργία του κυρίως Μουσείου.

Έτσι στο μεν παλαιό κτίριο-ατελιέ του ζωγράφου γίνονται ξεναγήσεις επισκεπτών και κυρίως μαθητών σχολείων στην ζωγραφική του G. GOUNARO, ενώ στο νέο κτίριο του Κέντρου Τέχνης γίνονται εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις και γενικά πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Διεύθυνση μουσείου

Οδός Γ. Γουναροπούλου 6

Άνω Ιλίσια – Αθήνα

τηλ. 210 7777601, 210 7487657

fax 210 7487657

Πηγή: www.gounaropoulos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Το σχόλιό σας καταχωρήθηκε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί Cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία. Διαβάστε τους όρους εδώ. Δέχεστε τους όρους πατώντας στο κουμπί Αποδοχή.